Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκατόφυλλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει εκατό φύλλα Βικιλεξικό
    • Είχε γράψει όλα τα ποιήματα σ' ένα εκατόφυλλο τετράδιο (Ρώσικη τριλογία: Ο Διορθωτής, Λεωφόρος Πάστερνακ, Μια Πράγα στον καθένα, Aλέξης Πάρνης - 2012)
  2. που αφορά ποικιλία τριανταφυλλιάς που το άνθος της έχει πολλά πέταλα, περισσότερα απʼ ό,τι συνήθως Βικιλεξικό
    • εμφανίστηκε η κυρία Φιλαρέτη σερβίροντας με τον δίσκο γλυκό του κουταλιού με δροσερό νερό. «Γλυκό τριαντάφυλλο από μαγιάτικα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα. Στην Πόλη πολύ το συνηθίζαμε, βάλσαμο για το στομάχι. Εδώ δυσκολεύομαι να τα βρω, μα πάντα υπάρχει ένα βαζάκι για τους λίγους και εκλεκτούς μουσαφίρηδες». (Μαίρη Μαγουλά, Το πιο μακρύ ταξίδι, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  3. ουσιαστικοποιημένοεκατόφυλλο: ποικιλία τριανταφυλλιάς που το άνθος της έχει πολλά πέταλα, περισσότερα απʼ ό,τι συνήθως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκατόφυλλος < εκατό- + -φυλλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκατόφυλλοςεκατόφυλληεκατόφυλλο
Γενικήεκατόφυλλουεκατόφυλληςεκατόφυλλου
Αιτιατικήεκατόφυλλοεκατόφυλληεκατόφυλλο
Κλητικήεκατόφυλλεεκατόφυλληεκατόφυλλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκατόφυλλοιεκατόφυλλεςεκατόφυλλα
Γενικήεκατόφυλλωνεκατόφυλλωνεκατόφυλλων
Αιτιατικήεκατόφυλλουςεκατόφυλλεςεκατόφυλλα
Κλητικήεκατόφυλλοιεκατόφυλλεςεκατόφυλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →