εκβιάζω
•
- αναγκάζω με απειλές ή άλλα μέσα κάποιον να κάνει ακούσια κάτι Βικιλεξικό
- ωθώ, πιέζω, αποσπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκβιάζω (< ἐκ (εκ-) + βιάζω < βία)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβιάζω | εκβιάζεις | εκβιάζει | εκβιάζουμε | εκβιάζετε | εκβιάζουν / εκβιάζουνε |
| Παρατατικός | εκβίαζα | εκβίαζες | εκβίαζε | εκβιάζαμε | εκβιάζατε | εκβίαζαν / εκβιάζαν / εκβιάζανε |
| Αόριστος | εκβίασα | εκβίασες | εκβίασε | εκβιάσαμε | εκβιάσατε | εκβίασαν / εκβιάσαν / εκβιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εκβιάζω / θα εκβιάσω | θα εκβιάζεις / θα εκβιάσεις | θα εκβιάζει / θα εκβιάσει | θα εκβιάζουμε / θα εκβιάσουμε | θα εκβιάζετε / θα εκβιάσετε | θα εκβιάζουν / θα εκβιάζουνε / θα εκβιάσουν / θα εκβιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβιάσει | έχεις εκβιάσει | έχει εκβιάσει | έχουμε εκβιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβιάσει | είχες εκβιάσει | είχε εκβιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκβιάσει / να εκβιάζω / να εκβιάσω | να έχεις εκβιάσει / να εκβιάζεις / να εκβιάσεις | να έχει εκβιάσει / να εκβιάζει / να εκβιάσει | να έχουμε εκβιάσει / να εκβιάζουμε / να εκβιάσουμε | να εκβιάζετε / να εκβιάσετε | να εκβιάζουν / να εκβιάζουνε / να εκβιάσουν / να εκβιάσουνε |
| Προστακτική | — | εκβίαζε / εκβίασε | — | — | εκβιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκβιάστηκαεκβιάζομαιεκβιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →