εκβραχίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εκβραχίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβραχίζομαι | εκβραχίζεσαι | εκβραχίζεται | εκβραχιζόμαστε | εκβραχίζεστε | εκβραχίζονται |
| Παρατατικός | εκβραχιζόμουν / εκβραχιζόμουνα | εκβραχιζόσουν / εκβραχιζόσουνα | εκβραχιζόταν / εκβραχιζότανε | εκβραχιζόμασταν / εκβραχιζόμαστε | εκβραχιζόσασταν / εκβραχιζόσαστε | εκβραχίζονταν / εκβραχιζόντουσαν |
| Αόριστος | εκβραχίστηκα | εκβραχίστηκες | εκβραχίστηκε | εκβραχιστήκαμε | εκβραχιστήκατε | εκβραχίστηκαν / εκβραχιστήκαν / εκβραχιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκβραχίζομαι / θα εκβραχιστώ | θα εκβραχίζεσαι / θα εκβραχιστείς | θα εκβραχίζεται / θα εκβραχιστεί | θα εκβραχιζόμαστε / θα εκβραχιστούμε | θα εκβραχίζεστε / θα εκβραχιστείτε | θα εκβραχίζονται / θα εκβραχιστούν / θα εκβραχιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβραχιστεί | έχεις εκβραχιστεί | έχει εκβραχιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβραχιστεί | είχες εκβραχιστεί | είχε εκβραχιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκβραχιστεί / να εκβραχίζομαι / να εκβραχιστώ | να έχεις εκβραχιστεί / να εκβραχίζεσαι / να εκβραχιστείς | να έχει εκβραχιστεί / να εκβραχίζεται / να εκβραχιστεί | να εκβραχιζόμαστε / να εκβραχιστούμε | να εκβραχίζεστε / να εκβραχιστείτε | να εκβραχίζονται / να εκβραχιστούν / να εκβραχιστούνε |
| Προστακτική | — | εκβραχίζου / εκβραχίσου | — | — | εκβραχίζεστε / εκβραχιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →