εκγυμνάστρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του εκγυμναστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκγυμνάστρια < εκγυμναστής + -τρια < εκγυμνάζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκγυμνάστρια | εκγυμνάστριες |
| Γενική | εκγυμνάστριας | εκγυμναστριών |
| Αιτιατική | εκγυμνάστρια | εκγυμνάστριες |
| Κλητική | εκγυμνάστρια | εκγυμνάστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →