Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκγύμναση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκγυμνάζω Βικιλεξικό
    • Στόχος των συσκευών ηλεκτροδιέγερσης είναι αφενός μεν η αθλητική αποθεραπεία, αφετέρου δε η εκγύμναση διαφόρων μυϊκών ομάδων, ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο πρόγραμμα.

Ετυμολογία

εκγύμναση < εκγυμνάζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκγύμνασηεκγυμνάσεις
Γενικήεκγύμνασηςεκγυμνάσεων
Αιτιατικήεκγύμνασηεκγυμνάσεις
Κλητικήεκγύμνασηεκγυμνάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →