εκδίδομαι
•
- λόγιοεκπορνεύομαι Βικιλεξικό
- Ο σύζυγός με εξανάγκασε διά της βίας, χτυπώντας και απειλώντας με ότι θα πει στην οικογένειά μου πως εκδίδομαι, να πάω στο ραντεβού.
- Εκδίδομαι ο δυστυχής τοίς εκείνης χρήμασιν, ίνα γήμω πωλούμενος (Αχιλλέων Τατίου Αλεξανδρέως, Erotici scriptores graeci: recognovit R. Hecher, Volume 1, Rudolf Hercher, B. G. Teubner, 1858, σελ. 45)
- το επαναλαμβανόμενο «αποδεδειγμένα εκδίδομαι επί περιουσιακώ ανταλλάγματι εις πλείονας άνδρας» που συνοδεύει τις αιτήσεις των γυναικών προς τις αστυνομικές αρχές δείχνει την απόσταση που έχει διανυθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 μέχρι τις ημέρες μας όπου η διεκδίκηση δικαιωμάτων από sex-εργάτες/εργάτριες μοιάζει μια καθημερινή ρουτίνα (Οι «άσεμνες γυναίκες» & οι απείθαρχοι νέοι, εφημ. Πρώτο Θέμα, 02/12/2018 Πρώτο Θέμα
- βιβλίο μου ή κείμενό μου δημοσιεύεται Βικιλεξικό
- Έχω την τιμή και τη χαρά να ενημερώσω τους αναγνώστες σου ότι την περασμένη εβδομάδα εκδόθηκα για τρίτη φορά στη ζωή μου. H πρώτη ήταν στα 1995 με το βιβλίο μου.. (Και τώρα εκδίδομαι, 08/12/2004, Athens Voice https://www.athensvoice.gr/politics/114233_kai-tora-ekdidomai
- μια χώρα με δίνει στην άλλη με διαδικασίες έκδοσης (αφορά πρόσωπα που καταζητούνται από μια χώρα και συλλαμβάνονται σε άλλη) Βικιλεξικό
- Συνελήφθη στο Βέλγιο και εκδόθηκε στην Κύπρο 53χρονος για απάτη σε βάρος εταιρείας στη Λεμεσό (Εφημερίδα Νόμισμα, Κύπρος, 26/6/2026 https://nomisma.com.cy/cyprus/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%86%CE%B8%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CF%83%CF%84%CE%B7/)
- προετοιμάζω και παραδίδω / ανακοινώνω επίσημο έντυπο Βικιλεξικό
- Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
Ετυμολογία
εκδίδομαι < αρχαία ελληνική ἐκδίδομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐκδίδωμι < ἐκ + δίδωμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →