Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκδασώνω

ρήμα
•
  1. αποδασώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκδασώνω < εκ- + δασώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκδασώνωεκδασώνειςεκδασώνειεκδασώνουμεεκδασώνετεεκδασώνουν / εκδασώνουνε
Παρατατικόςεκδάσωναεκδάσωνεςεκδάσωνεεκδασώναμεεκδασώνατεεκδάσωναν / εκδασώναν / εκδασώνανε
Αόριστοςεκδάσωσαεκδάσωσεςεκδάσωσεεκδασώσαμεεκδασώσατεεκδάσωσαν / εκδασώσαν / εκδασώσανε
Μέλλονταςθα εκδασώνω / θα εκδασώσωθα εκδασώνεις / θα εκδασώσειςθα εκδασώνει / θα εκδασώσειθα εκδασώνουμε / θα εκδασώσουμεθα εκδασώνετε / θα εκδασώσετεθα εκδασώνουν / θα εκδασώνουνε / θα εκδασώσουν / θα εκδασώσουνε
Παρακείμενοςέχω εκδασώσειέχεις εκδασώσειέχει εκδασώσειέχουμε εκδασώσειέχετε εκδασώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκδασώσειείχες εκδασώσειείχε εκδασώσειείχαμε εκδασώσει——
Υποτακτικήνα έχω εκδασώσει / να εκδασώνω / να εκδασώσωνα έχεις εκδασώσει / να εκδασώνεις / να εκδασώσειςνα έχει εκδασώσει / να εκδασώνει / να εκδασώσεινα έχουμε εκδασώσει / να εκδασώνουμε / να εκδασώσουμενα έχετε εκδασώσει / να εκδασώνετε / να εκδασώσετενα εκδασώνουν / να εκδασώνουνε / να εκδασώσουν / να εκδασώσουνε
Προστακτική—εκδάσωνε / εκδάσωσε——εκδασώνετε / εκδασώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →