εκδασώνω
•
- αποδασώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδασώνω < εκ- + δασώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκδασώνω | εκδασώνεις | εκδασώνει | εκδασώνουμε | εκδασώνετε | εκδασώνουν / εκδασώνουνε |
| Παρατατικός | εκδάσωνα | εκδάσωνες | εκδάσωνε | εκδασώναμε | εκδασώνατε | εκδάσωναν / εκδασώναν / εκδασώνανε |
| Αόριστος | εκδάσωσα | εκδάσωσες | εκδάσωσε | εκδασώσαμε | εκδασώσατε | εκδάσωσαν / εκδασώσαν / εκδασώσανε |
| Μέλλοντας | θα εκδασώνω / θα εκδασώσω | θα εκδασώνεις / θα εκδασώσεις | θα εκδασώνει / θα εκδασώσει | θα εκδασώνουμε / θα εκδασώσουμε | θα εκδασώνετε / θα εκδασώσετε | θα εκδασώνουν / θα εκδασώνουνε / θα εκδασώσουν / θα εκδασώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκδασώσει | έχεις εκδασώσει | έχει εκδασώσει | έχουμε εκδασώσει | έχετε εκδασώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκδασώσει | είχες εκδασώσει | είχε εκδασώσει | είχαμε εκδασώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκδασώσει / να εκδασώνω / να εκδασώσω | να έχεις εκδασώσει / να εκδασώνεις / να εκδασώσεις | να έχει εκδασώσει / να εκδασώνει / να εκδασώσει | να έχουμε εκδασώσει / να εκδασώνουμε / να εκδασώσουμε | να έχετε εκδασώσει / να εκδασώνετε / να εκδασώσετε | να εκδασώνουν / να εκδασώνουνε / να εκδασώσουν / να εκδασώσουνε |
| Προστακτική | — | εκδάσωνε / εκδάσωσε | — | — | εκδασώνετε / εκδασώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →