εκδηλώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εκδηλώνω Βικιλεξικό
- ειδικότερακάνω φανερή κάποια κρυφή ιδιότητά μου ή τοποθέτηση σε ένα θέμα Βικιλεξικό
- ειδικότεραξεσπώ, αρχίζω ξαφνικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδηλώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος εκδηλώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →