εκδημοκρατισμός
•
- πολιτικήη σκόπιμη μεταβολή θεσμών, πρακτικών ή σχέσεων εξουσίας, ώστε να διευρύνεται η συμμετοχή, η ισονομία και ο έλεγχος από το σύνολο των πολιτών Βικιλεξικό
- η διαδικασία με την οποία ένα αγαθό, μια δυνατότητα ή μια μορφή γνώσης παύει να αφορά περιορισμένες ομάδες και γίνεται ευρέως προσβάσιμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδημοκρατισμός < εκδημοκρατίζω + -μός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική democratization ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική démocratisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδημοκρατισμός | εκδημοκρατισμοί |
| Γενική | εκδημοκρατισμού | εκδημοκρατισμών |
| Αιτιατική | εκδημοκρατισμό | εκδημοκρατισμούς |
| Κλητική | εκδημοκρατισμέ | εκδημοκρατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →