εκδοτικός
•
- που έχει σχέση με την έκδοση βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας, κλπ., ή που αναφέρεται στον εκδότη Βικιλεξικό
- εκδοτικός οίκος, εκδοτική ομάδα, εκδοτική εμπειρία
Ετυμολογία
εκδοτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδοτικός | εκδοτική | εκδοτικό |
| Γενική | εκδοτικού | εκδοτικής | εκδοτικού |
| Αιτιατική | εκδοτικό | εκδοτική | εκδοτικό |
| Κλητική | εκδοτικέ | εκδοτική | εκδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδοτικοί | εκδοτικές | εκδοτικά |
| Γενική | εκδοτικών | εκδοτικών | εκδοτικών |
| Αιτιατική | εκδοτικούς | εκδοτικές | εκδοτικά |
| Κλητική | εκδοτικοί | εκδοτικές | εκδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →