Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκδοχέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςαυτός στον οποίο μεταβιβάζεται μια απαίτηση, χωρίς συγκατάθεση του οφειλέτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκδοχέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκδοχεύς < ἐκ + δοχ- (δέχομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκδοχέαςεκδοχείς
Γενικήεκδοχέα / εκδοχέωςεκδοχέων
Αιτιατικήεκδοχέαεκδοχείς
Κλητικήεκδοχέαεκδοχείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →