εκδοχή
•
- ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του Βικιλεξικό
- Ακούσαμε τι κατέθεσαν οι μάρτυρες της κατηγορίας. Ας ακούσουμε τώρα και την εκδοχή του κατηγορουμένου.
- άποψη ή αντίληψη που έχει κάποιος για ένα γεγονός Βικιλεξικό
- πιθανό ενδεχόμενο, πιθανή έκβαση, εφικτός τρόπος εφαρμογής αλλά όχι μοναδικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδοχή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκδοχή (αρχαία σημασία: αποδοχή, παραλαβή, αναμονή, επακολουθία) < ἐκδέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδοχή | εκδοχές |
| Γενική | εκδοχής | εκδοχών |
| Αιτιατική | εκδοχή | εκδοχές |
| Κλητική | εκδοχή | εκδοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →