Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκδοχή

/ek.ðoˈçi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του Βικιλεξικό
    • Ακούσαμε τι κατέθεσαν οι μάρτυρες της κατηγορίας. Ας ακούσουμε τώρα και την εκδοχή του κατηγορουμένου.
  2. άποψη ή αντίληψη που έχει κάποιος για ένα γεγονός Βικιλεξικό
  3. πιθανό ενδεχόμενο, πιθανή έκβαση, εφικτός τρόπος εφαρμογής αλλά όχι μοναδικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκδοχή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκδοχή (αρχαία σημασία: αποδοχή, παραλαβή, αναμονή, επακολουθία) < ἐκδέχομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκδοχήεκδοχές
Γενικήεκδοχήςεκδοχών
Αιτιατικήεκδοχήεκδοχές
Κλητικήεκδοχήεκδοχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →