εκδράμω
•
- λόγιοπηγαίνω εκδρομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδράμω < αρχαία ελληνική ἐξέδραμον (θέμα: ἐκδραμ-), αόριστος τού ἐκτρέχω < ἐκ + τρέχω ((σημασιολογικό δάνειο) νέα ελληνική εκδρομή)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →