εκδρομέας
•
- αυτός που πάει εκδρομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδρομέας < εκδρομ(ή) + (-εύς) -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκδρομέας | εκδρομείς |
| Γενική | εκδρομέα / εκδρομέως | εκδρομέων |
| Αιτιατική | εκδρομέα | εκδρομείς |
| Κλητική | εκδρομέα | εκδρομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →