Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκδρομισμός

/ek.ðɾo.miˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενασχόληση με τη διοργάνωση (ομαδικών) εκδρομών και η αγάπη γι’ αυτή τη δραστηριότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκδρομισμός < εκδρομή + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκδρομισμόςεκδρομισμοί
Γενικήεκδρομισμούεκδρομισμών
Αιτιατικήεκδρομισμόεκδρομισμούς
Κλητικήεκδρομισμέεκδρομισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →