εκζητώ
•
- αρχαιοπρεπέςζητώ με επιμονή Βικιλεξικό
- νομικός όροςζητώ επίσημα και με νομική διαδικασία την παράδοση ή μεταφορά προσώπου από άλλη δικαιοδοσία, ιδίως για να δικαστεί ή να εκτίσει ποινή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκζητώ < ελληνιστική κοινή ἐκζητέω / ἐκζητῶ < αρχαία ελληνική ἐκ + ζητέω / ζητῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκζητάω / εκζητώ | εκζητάς | εκζητά / εκζητάει | εκζητάμε / εκζητούμε | εκζητάτε | εκζητάν / εκζητάνε / εκζητούν / εκζητούνε |
| Παρατατικός | εκζητούσα | εκζητούσες | εκζητούσε | εκζητούσαμε | εκζητούσατε | εκζητούσαν / εκζητούσανε |
| Αόριστος | εκζήτησα | εκζήτησες | εκζήτησε | εκζητήσαμε | εκζητήσατε | εκζήτησαν / εκζητήσαν / εκζητήσανε |
| Μέλλοντας | θα εκζητάω / θα εκζητήσω / θα εκζητώ | θα εκζητάς / θα εκζητήσεις | θα εκζητά / θα εκζητάει / θα εκζητήσει | θα εκζητάμε / θα εκζητήσουμε / θα εκζητούμε | θα εκζητάτε / θα εκζητήσετε | θα εκζητάν / θα εκζητάνε / θα εκζητήσουν / θα εκζητήσουνε / θα εκζητούν / θα εκζητούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκζητήσει | έχεις εκζητήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκζητήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκζητήσει / να εκζητάω / να εκζητήσω / να εκζητώ | να έχεις εκζητήσει / να εκζητάς / να εκζητήσεις | να εκζητά / να εκζητάει / να εκζητήσει | να εκζητάμε / να εκζητήσουμε / να εκζητούμε | να εκζητάτε / να εκζητήσετε | να εκζητάν / να εκζητάνε / να εκζητήσουν / να εκζητήσουνε / να εκζητούν / να εκζητούνε |
| Προστακτική | — | εκζήτα / εκζήταγε / εκζήτησε | — | — | εκζητάτε / εκζητήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →