εκθολούμενος
•
- αυτός που συνεχώς - σε σχέση με το πέρασμα του χρόνου - θολώνει όλο και περισσότερο Βικιλεξικό
- αυτός που συνεχώς - σε σχέση με διάνυση απόστασης (πχ. κατάδυση από επιφάνεια) - θολώνει όλο και περισσότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
εκθολούμεναεκθολούμενεεκθολούμενεςεκθολούμενηεκθολούμενηςεκθολούμενοεκθολούμενοιεκθολούμενοςεκθολούμενουεκθολούμενουςεκθολούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →