εκιού
•
- Ευρωπαϊκή Ένωσητεχνητή λογιστική νομισματική μονάδα που χρησιμοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πριν από την καθιέρωση του ευρώ, ως κοινό μέτρο αποτίμησης και διακανονισμών μεταξύ των κρατών-μελών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκιού < αγγλική ECU / European Currency Unit ή γαλλική écu
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →