εκκαμίνευση
•
- η τοποθέτηση ενός ορυκτού ή μεταλλεύματος σε καμίνι με υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να το επεξεργαστούμε ή να παράγουμε κάποιο προϊόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκαμίνευση < εκκαμινεύ(ω) + -ση < καμίνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκαμίνευση | εκκαμινεύσεις |
| Γενική | εκκαμίνευσης | εκκαμινεύσεων |
| Αιτιατική | εκκαμίνευση | εκκαμινεύσεις |
| Κλητική | εκκαμίνευση | εκκαμινεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →