εκκολπωμάτωση
•
- ιατρικήκατάσταση κατά την οποία υπάρχουν πολλαπλά εκκολπώματα κυρίως στο παχύ έντερο, χωρίς κατʼ ανάγκην φλεγμονή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκολπωμάτωση < εκκόλπωμα + -ωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diverticulosis ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diverticulose)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκολπωμάτωση | εκκολπωματώσεις |
| Γενική | εκκολπωμάτωσης | εκκολπωματώσεων |
| Αιτιατική | εκκολπωμάτωση | εκκολπωματώσεις |
| Κλητική | εκκολπωμάτωση | εκκολπωματώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →