Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκολπωμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήκατάσταση κατά την οποία υπάρχουν πολλαπλά εκκολπώματα κυρίως στο παχύ έντερο, χωρίς κατʼ ανάγκην φλεγμονή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκολπωμάτωση < εκκόλπωμα + -ωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diverticulosis ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diverticulose)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκολπωμάτωσηεκκολπωματώσεις
Γενικήεκκολπωμάτωσηςεκκολπωματώσεων
Αιτιατικήεκκολπωμάτωσηεκκολπωματώσεις
Κλητικήεκκολπωμάτωσηεκκολπωματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →