Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκοσμικεύω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ τον θρησκευτικό ή ιερό χαρακτήρα από κάτι και το εντάσσω στη σφαίρα του κοσμικού βίου· αποδεσμεύω κοινωνία, θεσμό, γνώση ή πρακτική από τη θρησκευτική επιρροή Βικιλεξικό
  2. προσαρμόζω θρησκευτικό θεσμό ή πρακτική στην κοσμική πραγματικότητα· μεταβάλλω μορφές ή λειτουργίες, ώστε να συμβαδίζουν με τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκοσμικεύω < εκ- + κοσμικός + -εύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική séculariser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκκοσμικεύωεκκοσμικεύειςεκκοσμικεύειεκκοσμικεύουμεεκκοσμικεύετεεκκοσμικεύουν / εκκοσμικεύουνε
Παρατατικόςεκκοσμίκευαεκκοσμίκευεςεκκοσμίκευεεκκοσμικεύαμεεκκοσμικεύατεεκκοσμίκευαν / εκκοσμικεύαν / εκκοσμικεύανε
Αόριστοςεκκοσμίκευσαεκκοσμίκευσεςεκκοσμίκευσεεκκοσμικεύσαμεεκκοσμικεύσατεεκκοσμίκευσαν / εκκοσμικεύσαν / εκκοσμικεύσανε
Μέλλονταςθα εκκοσμικεύσω / θα εκκοσμικεύωθα εκκοσμικεύεις / θα εκκοσμικεύσειςθα εκκοσμικεύει / θα εκκοσμικεύσειθα εκκοσμικεύουμε / θα εκκοσμικεύσουμεθα εκκοσμικεύετε / θα εκκοσμικεύσετεθα εκκοσμικεύουν / θα εκκοσμικεύουνε / θα εκκοσμικεύσουν / θα εκκοσμικεύσουνε
Παρακείμενοςέχω εκκοσμικεύσειέχεις εκκοσμικεύσειέχει εκκοσμικεύσειέχουμε εκκοσμικεύσειέχετε εκκοσμικεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκκοσμικεύσειείχες εκκοσμικεύσειείχε εκκοσμικεύσειείχαμε εκκοσμικεύσει——
Υποτακτικήνα έχω εκκοσμικεύσει / να εκκοσμικεύσω / να εκκοσμικεύωνα έχεις εκκοσμικεύσει / να εκκοσμικεύεις / να εκκοσμικεύσειςνα έχει εκκοσμικεύσει / να εκκοσμικεύει / να εκκοσμικεύσεινα έχουμε εκκοσμικεύσει / να εκκοσμικεύουμε / να εκκοσμικεύσουμενα έχετε εκκοσμικεύσει / να εκκοσμικεύετε / να εκκοσμικεύσετενα εκκοσμικεύουν / να εκκοσμικεύουνε / να εκκοσμικεύσουν / να εκκοσμικεύσουνε
Προστακτική—εκκοσμίκευε / εκκοσμίκευσε——εκκοσμικεύετε / εκκοσμικεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →