Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκρεμοδικία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη κατάσταση μιας υπόθεσης που εκκρεμεί στο δικαστήριο μέχρι να εκδικαστεί Βικιλεξικό
    • Προβλέπεται καταβολή δόσης από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση χωρίς καθυστερήσεις εξαιτίας της εκκρεμοδικίας. (*)

Ετυμολογία

εκκρεμοδικία < εκκρεμής + -ο- + -δικία ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) litispendance)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκρεμοδικίαεκκρεμοδικίες
Γενικήεκκρεμοδικίαςεκκρεμοδικιών
Αιτιατικήεκκρεμοδικίαεκκρεμοδικίες
Κλητικήεκκρεμοδικίαεκκρεμοδικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →