Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκύβευση

/eˈci.vef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη ενέργεια του εκκυβεύω, η εξαγωγή των νικηφόρων λαχνών σε κλήρωση Βικιλεξικό
    • Επομένως η μετά την επιτυχή εκκύβευση παράνομη ιδιοποίηση του ξένου λαχείου ή του αριθμολαχείου, το οποίο πλέον ανήκει στην κυριότητα του αγοραστή, συνιστά υπεξαίρεση. (Απόφαση 855 / 2011 του Αρείου Πάγου)

Ετυμολογία

εκκύβευση < καθαρεύουσα ἐκκύβευ(σις) + -ση < ἐκκυβεύ(ω) + -σις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκύβευσηεκκυβεύσεις
Γενικήεκκύβευσηςεκκυβεύσεων
Αιτιατικήεκκύβευσηεκκυβεύσεις
Κλητικήεκκύβευσηεκκυβεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →