Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλέπτυνση

/eˈkle.ptin.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βελτίωση από αισθητική και ηθική άποψη Βικιλεξικό
    • τα τελατίνια απαιτούσαν ιδιαίτερη εργασία και ανάγονται στην τεχνική εκλέπτυνση της βυρσοδευτικής τέχνης : «Ρωσικά δέρματα τα τελατίνια, κατεργασμένα από αδιάβροχο δέρμα μοσχαριού, επιχρίονται με λάδι φώκιας , ενώ η δέψη γίνεται ... (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο ..., Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 203)

Ετυμολογία

εκλέπτυνση < αρχαία ελληνική ἐκλέπτυνσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκλέπτυνσηεκλεπτύνσεις
Γενικήεκλέπτυνσηςεκλεπτύνσεων
Αιτιατικήεκλέπτυνσηεκλεπτύνσεις
Κλητικήεκλέπτυνσηεκλεπτύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →