εκλαμπρότητα
•
- προσφώνησητιμητική προσφώνηση επισήμων (στον εκκλησιαστικό ή πολιτικό τομέα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλαμπρότητα < μεσαιωνική ελληνική ἐκλαμπρότης < ελληνιστική κοινή ἔκλαμπρος < ἐκ + αρχαία ελληνική λαμπρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλαμπρότητα | εκλαμπρότητες |
| Γενική | εκλαμπρότητας | εκλαμπροτήτων |
| Αιτιατική | εκλαμπρότητα | εκλαμπρότητες |
| Κλητική | εκλαμπρότητα | εκλαμπρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →