εκλατομώ
•
- λόγιοάλλη γραφή του λατομώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλατομώ < (ελληνιστική κοινή) / ἐκλατομῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκλατομώ | εκλατομείς | εκλατομεί | εκλατομούμε | εκλατομείτε | εκλατομούν / εκλατομούνε |
| Παρατατικός | εκλατομούσα | εκλατομούσες | εκλατομούσε | εκλατομούσαμε | εκλατομούσατε | εκλατομούσαν / εκλατομούσανε |
| Αόριστος | εκλατόμησα | εκλατόμησες | εκλατόμησε | εκλατομήσαμε | εκλατομήσατε | εκλατομήσαν / εκλατομήσανε / εκλατόμησαν |
| Μέλλοντας | θα εκλατομήσω / θα εκλατομώ | θα εκλατομήσεις / θα εκλατομείς | θα εκλατομήσει / θα εκλατομεί | θα εκλατομήσουμε / θα εκλατομούμε | θα εκλατομήσετε / θα εκλατομείτε | θα εκλατομήσουν / θα εκλατομήσουνε / θα εκλατομούν / θα εκλατομούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκλατομήσει | έχεις εκλατομήσει | έχει εκλατομήσει | έχουμε εκλατομήσει | έχετε εκλατομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκλατομήσει | είχες εκλατομήσει | είχε εκλατομήσει | είχαμε εκλατομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκλατομήσει / να εκλατομήσω / να εκλατομώ | να έχεις εκλατομήσει / να εκλατομήσεις / να εκλατομείς | να έχει εκλατομήσει / να εκλατομήσει / να εκλατομεί | να έχουμε εκλατομήσει / να εκλατομήσουμε / να εκλατομούμε | να έχετε εκλατομήσει / να εκλατομήσετε / να εκλατομείτε | να εκλατομήσουν / να εκλατομήσουνε / να εκλατομούν / να εκλατομούνε |
| Προστακτική | — | εκλατόμει / εκλατόμησε | — | — | εκλατομήστε / εκλατομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →