Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλεκτικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εκλεκτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκλεκτικιστικός < εκλεκτικιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκλεκτικιστικόςεκλεκτικιστικήεκλεκτικιστικό
Γενικήεκλεκτικιστικούεκλεκτικιστικήςεκλεκτικιστικού
Αιτιατικήεκλεκτικιστικόεκλεκτικιστικήεκλεκτικιστικό
Κλητικήεκλεκτικιστικέεκλεκτικιστικήεκλεκτικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκλεκτικιστικοίεκλεκτικιστικέςεκλεκτικιστικά
Γενικήεκλεκτικιστικώνεκλεκτικιστικώνεκλεκτικιστικών
Αιτιατικήεκλεκτικιστικούςεκλεκτικιστικέςεκλεκτικιστικά
Κλητικήεκλεκτικιστικοίεκλεκτικιστικέςεκλεκτικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →