εκλεκτικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εκλεκτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλεκτικιστικός < εκλεκτικιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεκτικιστικός | εκλεκτικιστική | εκλεκτικιστικό |
| Γενική | εκλεκτικιστικού | εκλεκτικιστικής | εκλεκτικιστικού |
| Αιτιατική | εκλεκτικιστικό | εκλεκτικιστική | εκλεκτικιστικό |
| Κλητική | εκλεκτικιστικέ | εκλεκτικιστική | εκλεκτικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεκτικιστικοί | εκλεκτικιστικές | εκλεκτικιστικά |
| Γενική | εκλεκτικιστικών | εκλεκτικιστικών | εκλεκτικιστικών |
| Αιτιατική | εκλεκτικιστικούς | εκλεκτικιστικές | εκλεκτικιστικά |
| Κλητική | εκλεκτικιστικοί | εκλεκτικιστικές | εκλεκτικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →