Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλεξιμότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δυνατότητα να εκλεγεί κάποιος Βικιλεξικό
    • Παίζει, λοιπόν, ρόλο στην εκλεξιμότητα μίας γυναίκας πολιτικού η εικόνα της
    • ποινή των δύο ετών φυλάκισης με αναστολή, 50.000 ευρώ πρόστιμο και πέντε χρόνια μη εκλεξιμότητας
    • Δικαίωμα ώστόσο εκλεξιμότητας, υποψηφιότητας έχουν μόνο οι αριστοκράτες («ευγενείς», «ευπατρίδες»)
    • ένας άπο τους δρους εκλεξιμότητας στην αντιπροσωπεία θά είναι νά γνωρίζει ο υποψήφιος...
  2. η δυνατότητα να επιλεγεί κάποιος (ορθότερα επιλεξιμότητα) Βικιλεξικό
    • Οι προτάσεις καινοτόμων ερευνητικών αποτελεσμάτων αξιολογούνται προκαταρκτικά για την εκλεξιμότητα τους σύμφωνα με τους όρους

Ετυμολογία

εκλεξιμότητα < εκλέξιμος < εκλογές

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκλεξιμότηταεκλεξιμότητες
Γενικήεκλεξιμότηταςεκλεξιμοτήτων
Αιτιατικήεκλεξιμότηταεκλεξιμότητες
Κλητικήεκλεξιμότηταεκλεξιμότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →