εκλεχτός
•
- άλλη γραφή του εκλεκτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλεχτός < εκλεκτός < αρχαία ελληνική ἐκλεκτός < ἐκλέγω < ἐκ + λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεχτός | εκλεχτή | εκλεχτό |
| Γενική | εκλεχτού | εκλεχτής | εκλεχτού |
| Αιτιατική | εκλεχτό | εκλεχτή | εκλεχτό |
| Κλητική | εκλεχτέ | εκλεχτή | εκλεχτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεχτοί | εκλεχτές | εκλεχτά |
| Γενική | εκλεχτών | εκλεχτών | εκλεχτών |
| Αιτιατική | εκλεχτούς | εκλεχτές | εκλεχτά |
| Κλητική | εκλεχτοί | εκλεχτές | εκλεχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →