εκλιπαρώ
•
- λόγιοπαρακαλώ κάποιον με επιμονή και θέρμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλιπαρώ < ελληνιστική κοινή ἐκλιπαρέω / ἐκλιπαρῶ < αρχαία ελληνική ἐκ + λιπαρέω / λιπαρῶ < λιπαρής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκλιπαρώ | εκλιπαρείς | εκλιπαρεί | εκλιπαρούμε | εκλιπαρείτε | εκλιπαρούν / εκλιπαρούνε |
| Παρατατικός | εκλιπαρούσα | εκλιπαρούσες | εκλιπαρούσε | εκλιπαρούσαμε | εκλιπαρούσατε | εκλιπαρούσαν / εκλιπαρούσανε |
| Αόριστος | εκλιπάρησα | εκλιπάρησες | εκλιπάρησε | εκλιπαρήσαμε | εκλιπαρήσατε | εκλιπάρησαν / εκλιπαρήσαν / εκλιπαρήσανε |
| Μέλλοντας | θα εκλιπαρήσω / θα εκλιπαρώ | θα εκλιπαρήσεις / θα εκλιπαρείς | θα εκλιπαρήσει / θα εκλιπαρεί | θα εκλιπαρήσουμε / θα εκλιπαρούμε | θα εκλιπαρήσετε / θα εκλιπαρείτε | θα εκλιπαρήσουν / θα εκλιπαρήσουνε / θα εκλιπαρούν / θα εκλιπαρούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκλιπαρήσει | έχεις εκλιπαρήσει | έχει εκλιπαρήσει | έχουμε εκλιπαρήσει | έχετε εκλιπαρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκλιπαρήσει | είχες εκλιπαρήσει | είχε εκλιπαρήσει | είχαμε εκλιπαρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκλιπαρήσει / να εκλιπαρήσω / να εκλιπαρώ | να έχεις εκλιπαρήσει / να εκλιπαρήσεις / να εκλιπαρείς | να έχει εκλιπαρήσει / να εκλιπαρήσει / να εκλιπαρεί | να έχουμε εκλιπαρήσει / να εκλιπαρήσουμε / να εκλιπαρούμε | να έχετε εκλιπαρήσει / να εκλιπαρήσετε / να εκλιπαρείτε | να εκλιπαρήσουν / να εκλιπαρήσουνε / να εκλιπαρούν / να εκλιπαρούνε |
| Προστακτική | — | εκλιπάρει / εκλιπάρησε | — | — | εκλιπαρήστε / εκλιπαρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →