εκλογή
•
- η επιλογή ενός από πολλά Βικιλεξικό
- η ανάδειξη σε μία θέση ή αξίωμα έπειτα από ψηφοφορία Βικιλεξικό
- διαδικασία που περιλαμβάνει ψηφοφορία με σκοπό την ανάδειξη ενός ή περισσότερων υποψηφίων σε κάποια θέση ή αξίωμα Βικιλεξικό
- η εκλογή νέου επίκουρου καθηγητή για τον τομέα της Φιλοσοφίας
- εκλογές: η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νομικά πρόσωπα κ.λπ. Βικιλεξικό
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
- σπάνιοεπιλογή αντιπροσωπευτικών έργων ή κειμένων ενός συγγραφέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλογή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκλογή < ἐκλέγω < ἐκ + λέγω : (διαδικασία ψηφοφορίας) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική élections
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογή | εκλογές |
| Γενική | εκλογής | εκλογών |
| Αιτιατική | εκλογή | εκλογές |
| Κλητική | εκλογή | εκλογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →