εκλογικεύω
•
- δικαιολογώ με βάση τη λογική Βικιλεξικό
- προσπάθησα να εκλογικεύσω τα όσα είπα
- επαναφέρω σε λογική τάξη Βικιλεξικό
- πρέπει να εκλογικεύσουμε το σύστημα ταξινόμησης γιατί είναι χαοτικό
Ετυμολογία
εκλογικεύω < εκ + λογική + -εύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rationaliser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκλογικεύω | εκλογικεύεις | εκλογικεύει | εκλογικεύουμε | εκλογικεύετε | εκλογικεύουν / εκλογικεύουνε |
| Παρατατικός | εκλογίκευα | εκλογίκευες | εκλογίκευε | εκλογικεύαμε | εκλογικεύατε | εκλογίκευαν / εκλογικεύαν / εκλογικεύανε |
| Αόριστος | εκλογίκευσα | εκλογίκευσες | εκλογίκευσε | εκλογικεύσαμε | εκλογικεύσατε | εκλογίκευσαν / εκλογικεύσαν / εκλογικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εκλογικεύσω / θα εκλογικεύω | θα εκλογικεύεις / θα εκλογικεύσεις | θα εκλογικεύει / θα εκλογικεύσει | θα εκλογικεύουμε / θα εκλογικεύσουμε | θα εκλογικεύετε / θα εκλογικεύσετε | θα εκλογικεύουν / θα εκλογικεύουνε / θα εκλογικεύσουν / θα εκλογικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκλογικεύσει | έχεις εκλογικεύσει | έχει εκλογικεύσει | έχουμε εκλογικεύσει | έχετε εκλογικεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκλογικεύσει | είχες εκλογικεύσει | είχε εκλογικεύσει | είχαμε εκλογικεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκλογικεύσει / να εκλογικεύσω / να εκλογικεύω | να έχεις εκλογικεύσει / να εκλογικεύεις / να εκλογικεύσεις | να έχει εκλογικεύσει / να εκλογικεύει / να εκλογικεύσει | να έχουμε εκλογικεύσει / να εκλογικεύουμε / να εκλογικεύσουμε | να έχετε εκλογικεύσει / να εκλογικεύετε / να εκλογικεύσετε | να εκλογικεύουν / να εκλογικεύουνε / να εκλογικεύσουν / να εκλογικεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκλογίκευε / εκλογίκευσε | — | — | εκλογικεύετε / εκλογικεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →