εκλογικός
•
- που αναφέρεται στις εκλογές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλογικός < εκλογ(ή) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογικός | εκλογική | εκλογικό |
| Γενική | εκλογικού | εκλογικής | εκλογικού |
| Αιτιατική | εκλογικό | εκλογική | εκλογικό |
| Κλητική | εκλογικέ | εκλογική | εκλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογικοί | εκλογικές | εκλογικά |
| Γενική | εκλογικών | εκλογικών | εκλογικών |
| Αιτιατική | εκλογικούς | εκλογικές | εκλογικά |
| Κλητική | εκλογικοί | εκλογικές | εκλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →