εκλογοαπολογιστικός
•
- που αναφέρεται στη διαδικασία που προηγείται μιας εκλογής οργάνου και κατά την οποία το απερχόμενο εκλεγμένο όργανο υποβάλλει στο σώμα των ψηφοφόρων προς έγκριση τον απολογισμό της δράσης του Βικιλεξικό
- την Τετάρτη θα γίνει η εκλογοαπολογιστική συνέλευση της τοπικής ΕΛΜΕ
Ετυμολογία
εκλογοαπολογιστικός < εκλογή + -ο- + απολογιστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογοαπολογιστικός | εκλογοαπολογιστική | εκλογοαπολογιστικό |
| Γενική | εκλογοαπολογιστικού | εκλογοαπολογιστικής | εκλογοαπολογιστικού |
| Αιτιατική | εκλογοαπολογιστικό | εκλογοαπολογιστική | εκλογοαπολογιστικό |
| Κλητική | εκλογοαπολογιστικέ | εκλογοαπολογιστική | εκλογοαπολογιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογοαπολογιστικοί | εκλογοαπολογιστικές | εκλογοαπολογιστικά |
| Γενική | εκλογοαπολογιστικών | εκλογοαπολογιστικών | εκλογοαπολογιστικών |
| Αιτιατική | εκλογοαπολογιστικούς | εκλογοαπολογιστικές | εκλογοαπολογιστικά |
| Κλητική | εκλογοαπολογιστικοί | εκλογοαπολογιστικές | εκλογοαπολογιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →