Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλογοαπολογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στη διαδικασία που προηγείται μιας εκλογής οργάνου και κατά την οποία το απερχόμενο εκλεγμένο όργανο υποβάλλει στο σώμα των ψηφοφόρων προς έγκριση τον απολογισμό της δράσης του Βικιλεξικό
    • την Τετάρτη θα γίνει η εκλογοαπολογιστική συνέλευση της τοπικής ΕΛΜΕ

Ετυμολογία

εκλογοαπολογιστικός < εκλογή + -ο- + απολογιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκλογοαπολογιστικόςεκλογοαπολογιστικήεκλογοαπολογιστικό
Γενικήεκλογοαπολογιστικούεκλογοαπολογιστικήςεκλογοαπολογιστικού
Αιτιατικήεκλογοαπολογιστικόεκλογοαπολογιστικήεκλογοαπολογιστικό
Κλητικήεκλογοαπολογιστικέεκλογοαπολογιστικήεκλογοαπολογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκλογοαπολογιστικοίεκλογοαπολογιστικέςεκλογοαπολογιστικά
Γενικήεκλογοαπολογιστικώνεκλογοαπολογιστικώνεκλογοαπολογιστικών
Αιτιατικήεκλογοαπολογιστικούςεκλογοαπολογιστικέςεκλογοαπολογιστικά
Κλητικήεκλογοαπολογιστικοίεκλογοαπολογιστικέςεκλογοαπολογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →