Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλογολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήη μελέτη των αποτελεσμάτων των εκλογών και της εκλογικής συμπεριφοράς διαχρονικά, με βάση τη στατιστική ανάλυσή τους Βικιλεξικό
  2. το να μιλά διαρκώς κάποιος για εκλογές, ή να τις επιδίωκει έμπρακτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκλογολογία < εκλογ(ή) + -ο- + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκλογολογίαεκλογολογίες
Γενικήεκλογολογίαςεκλογολογιών
Αιτιατικήεκλογολογίαεκλογολογίες
Κλητικήεκλογολογίαεκλογολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →