εκλογομάγειρας
•
- πολιτικήαυτός που προσπαθεί να «μαγειρέψει», να αλλοιώσει με δόλια και άνομα μέτρα ή επεξεργασία κάποιο εκλογικό αποτέλεσμα ή το σύστημα εκλογής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλογομάγειρας < εκλογ(ή) + -ο- + μάγειρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλογομάγειρας | εκλογομάγειρες |
| Γενική | εκλογομάγειρα | εκλογομαγείρων |
| Αιτιατική | εκλογομάγειρα | εκλογομάγειρες |
| Κλητική | εκλογομάγειρα | εκλογομάγειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →