εκλύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εκλύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκλύομαι | εκλύεσαι | εκλύεται | εκλυόμαστε | εκλύεστε | εκλύονται |
| Παρατατικός | εκλυόμουν / εκλυόμουνα | εκλυόσουν / εκλυόσουνα | εκλυόταν / εκλυότανε | εκλυόμασταν / εκλυόμαστε | εκλυόσασταν / εκλυόσαστε | εκλυόντουσαν / εκλύονταν |
| Αόριστος | εκλύθηκα | εκλύθηκες | εκλύθηκε | εκλυθήκαμε | εκλυθήκατε | εκλυθήκαν / εκλυθήκανε / εκλύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εκλυθώ / θα εκλύομαι | θα εκλυθείς / θα εκλύεσαι | θα εκλυθεί / θα εκλύεται | θα εκλυθούμε / θα εκλυόμαστε | θα εκλυθείτε / θα εκλύεστε | θα εκλυθούν / θα εκλυθούνε / θα εκλύονται |
| Παρακείμενος | έχω εκλυθεί | έχεις εκλυθεί | έχει εκλυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκλυθεί | είχες εκλυθεί | είχε εκλυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκλυθεί / να εκλυθώ / να εκλύομαι | να έχεις εκλυθεί / να εκλυθείς / να εκλύεσαι | να έχει εκλυθεί / να εκλυθεί / να εκλύεται | να εκλυθούμε / να εκλυόμαστε | να εκλυθείτε / να εκλύεστε | να εκλυθούν / να εκλυθούνε / να εκλύονται |
| Προστακτική | — | εκλύου / εκλύσου | — | — | εκλυθείτε / εκλύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →