εκμαγείο
•
- το αρνητικό αποτύπωμα ενός αντικειμένου πάνω σε εύπλαστο υλικό Βικιλεξικό
- Αν το καλούπι είναι το θετικό αποτύπωμα, έχοντας βάθος μέσα στο οποίο θα γινει η αποτύπωση, το εκμαγείο έχει αντιθέτως ύψος πάνω στο οποίο θα γίνει η αποτύπωση
Ετυμολογία
εκμαγείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκμαγεῖον → δείτε τη λέξη ἐκμάσσω (μαλάζω, μαλάσσω, δίνω μορφή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκμαγείο | εκμαγεία |
| Γενική | εκμαγείου | εκμαγείων |
| Αιτιατική | εκμαγείο | εκμαγεία |
| Κλητική | εκμαγείο | εκμαγεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →