εκμεταλλευόμενος
•
- εκείνος που εκμεταλλεύεται κάτι εις βάρος άλλων, ο εκμεταλλευτής, αλλά σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε σχέση με άλλη πράξη, που κατάφερε κάτι με το να εκμεταλλεύεται Βικιλεξικό
- Αγόρασε πολλά ακίνητα κοψοχρονιά εκμεταλλευόμενος την κρίση ακινήτων
- που έχει την εκμετάλλευση μιας δραστηριότητας, επιχείρησης ή ακινήτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμεταλλευόμενος μετοχή ενεστώτα του εκμεταλλεύομαι
Άλλοι τύποι
εκμεταλλευόμεναεκμεταλλευόμενεεκμεταλλευόμενεςεκμεταλλευόμενηεκμεταλλευόμενηςεκμεταλλευόμενοεκμεταλλευόμενοιεκμεταλλευόμενοςεκμεταλλευόμενος,η,οεκμεταλλευόμενουεκμεταλλευόμενουςεκμεταλλευόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →