εκμετρώ
•
- κυριολεκτικάμετρώ τις διαστάσεις, υπολογίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκμετρώ το ζην / τον βίον: πεθαίνω, αποθνήσκω Βικιλεξικό
- Η εκδημία, τέλος, είναι η απομάκρυνση κάποιου από την πατρίδα του και η μετάβασή του σε ξένη χώρα, όμως συχνότερα σημαίνει την αποχώρηση από τη ζωή, δηλαδή τον θάνατο. Παρόμοια ισχύουν και στους ρηματικούς τύπους, όμως συνηθίζουμε να λέμε πως ο τάδε που πέθανε αποδήμησε εις Κύριον, μια πολύ παραστατική περίφραση, πιο ποιητική από το στεγνότερο εξεμέτρησε το ζην… (www.efsyn.gr, 29.08.2020)
Ετυμολογία
εκμετρώ < αρχαία ελληνική ἐκμετρέω / ἐκμετρῶ < ἐκ + μετρέω / μετρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκμετράω / εκμετρώ | εκμετράς | εκμετρά / εκμετράει | εκμετράμε / εκμετρούμε | εκμετράτε | εκμετράν / εκμετράνε / εκμετρούν / εκμετρούνε |
| Παρατατικός | εκμετρούσα | εκμετρούσες | εκμετρούσε | εκμετρούσαμε | εκμετρούσατε | εκμετρούσαν / εκμετρούσανε |
| Αόριστος | εκμέτρησα | εκμέτρησες | εκμέτρησε | εκμετρήσαμε | εκμετρήσατε | εκμέτρησαν / εκμετρήσαν / εκμετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα εκμετράω / θα εκμετρήσω / θα εκμετρώ | θα εκμετράς / θα εκμετρήσεις | θα εκμετρά / θα εκμετράει / θα εκμετρήσει | θα εκμετράμε / θα εκμετρήσουμε / θα εκμετρούμε | θα εκμετράτε / θα εκμετρήσετε | θα εκμετράν / θα εκμετράνε / θα εκμετρήσουν / θα εκμετρήσουνε / θα εκμετρούν / θα εκμετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκμετρήσει | έχεις εκμετρήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκμετρήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκμετρήσει / να εκμετράω / να εκμετρήσω / να εκμετρώ | να έχεις εκμετρήσει / να εκμετράς / να εκμετρήσεις | να εκμετρά / να εκμετράει / να εκμετρήσει | να εκμετράμε / να εκμετρήσουμε / να εκμετρούμε | να εκμετράτε / να εκμετρήσετε | να εκμετράν / να εκμετράνε / να εκμετρήσουν / να εκμετρήσουνε / να εκμετρούν / να εκμετρούνε |
| Προστακτική | — | εκμέτρα / εκμέτραγε / εκμέτρησε | — | — | εκμετράτε / εκμετρήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →