Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπαιδευτικός

/ek.pe.ðe.ftiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο εργαζόμενος στην εκπαίδευση, νηπιαγωγός, δάσκαλος ή καθηγητής Βικιλεξικό
    • οι εκπαιδευτικοί απεργούν ζητώντας αυξήσεις μισθών

Ετυμολογία

εκπαιδευτικός < εκπαιδεύ(ω) + -τικός :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό και θηλυκό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκπαιδευτικόςεκπαιδευτικοί
Γενικήεκπαιδευτικούεκπαιδευτικών
Αιτιατικήεκπαιδευτικόεκπαιδευτικούς
Κλητικήεκπαιδευτικέεκπαιδευτικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εκπαιδευτικός

/ek.pe.ðe.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει στην εκπαίδευση Βικιλεξικό
    • η εκπαιδευτική κοινότητα
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

εκπαιδευτικός < εκπαιδεύ(ω) + -τικός :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό και θηλυκό

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκπαιδευτικόςεκπαιδευτικήεκπαιδευτικό
Γενικήεκπαιδευτικούεκπαιδευτικήςεκπαιδευτικού
Αιτιατικήεκπαιδευτικόεκπαιδευτικήεκπαιδευτικό
Κλητικήεκπαιδευτικέεκπαιδευτικήεκπαιδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκπαιδευτικοίεκπαιδευτικέςεκπαιδευτικά
Γενικήεκπαιδευτικώνεκπαιδευτικώνεκπαιδευτικών
Αιτιατικήεκπαιδευτικούςεκπαιδευτικέςεκπαιδευτικά
Κλητικήεκπαιδευτικοίεκπαιδευτικέςεκπαιδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →