εκπηγάζω
•
- λόγιοπηγάζω, αναβλύζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπηγάζω < εκ- + πηγάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπηγάζω | εκπηγάζεις | εκπηγάζει | εκπηγάζουμε | εκπηγάζετε | εκπηγάζουν / εκπηγάζουνε |
| Παρατατικός | εκπήγαζα | εκπήγαζες | εκπήγαζε | εκπηγάζαμε | εκπηγάζατε | εκπήγαζαν / εκπηγάζαν / εκπηγάζανε |
| Αόριστος | εκπήγασα | εκπήγασες | εκπήγασε | εκπηγάσαμε | εκπηγάσατε | εκπήγασαν / εκπηγάσαν / εκπηγάσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπηγάζω / θα εκπηγάσω | θα εκπηγάζεις / θα εκπηγάσεις | θα εκπηγάζει / θα εκπηγάσει | θα εκπηγάζουμε / θα εκπηγάσουμε | θα εκπηγάζετε / θα εκπηγάσετε | θα εκπηγάζουν / θα εκπηγάζουνε / θα εκπηγάσουν / θα εκπηγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπηγάσει | έχεις εκπηγάσει | έχει εκπηγάσει | έχουμε εκπηγάσει | έχετε εκπηγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπηγάσει | είχες εκπηγάσει | είχε εκπηγάσει | είχαμε εκπηγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπηγάσει / να εκπηγάζω / να εκπηγάσω | να έχεις εκπηγάσει / να εκπηγάζεις / να εκπηγάσεις | να έχει εκπηγάσει / να εκπηγάζει / να εκπηγάσει | να έχουμε εκπηγάσει / να εκπηγάζουμε / να εκπηγάσουμε | να έχετε εκπηγάσει / να εκπηγάζετε / να εκπηγάσετε | να εκπηγάζουν / να εκπηγάζουνε / να εκπηγάσουν / να εκπηγάσουνε |
| Προστακτική | — | εκπήγαζε / εκπήγασε | — | — | εκπηγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπηγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →