εκπλέω
•
- ναυτικός όροςεξέρχομαι πλέοντας (με πλοίο ή σκάφος), από λιμάνι, όρμο, διώρυγα κ.λπ. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαποπλέω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπλέω < εκ + πλέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εκπλέω < εκ + πλέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →