εκπληρώνω
•
- πραγματοποιώ μια επιθυμία κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπληρώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπληρ(ῶ), συνηρημένος τύπος του ἐκπληρόω + -ώνω. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + πληρώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπληρώνω | εκπληρώνεις | εκπληρώνει | εκπληρώνουμε | εκπληρώνετε | εκπληρώνουν / εκπληρώνουνε |
| Παρατατικός | εκπλήρωνα | εκπλήρωνες | εκπλήρωνε | εκπληρώναμε | εκπληρώνατε | εκπλήρωναν / εκπληρώναν / εκπληρώνανε |
| Αόριστος | εκπλήρωσα | εκπλήρωσες | εκπλήρωσε | εκπληρώσαμε | εκπληρώσατε | εκπλήρωσαν / εκπληρώσαν / εκπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπληρώνω / θα εκπληρώσω | θα εκπληρώνεις / θα εκπληρώσεις | θα εκπληρώνει / θα εκπληρώσει | θα εκπληρώνουμε / θα εκπληρώσουμε | θα εκπληρώνετε / θα εκπληρώσετε | θα εκπληρώνουν / θα εκπληρώνουνε / θα εκπληρώσουν / θα εκπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπληρώσει | έχεις εκπληρώσει | έχει εκπληρώσει | έχουμε εκπληρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπληρώσει | είχες εκπληρώσει | είχε εκπληρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπληρώσει / να εκπληρώνω / να εκπληρώσω | να έχεις εκπληρώσει / να εκπληρώνεις / να εκπληρώσεις | να έχει εκπληρώσει / να εκπληρώνει / να εκπληρώσει | να έχουμε εκπληρώσει / να εκπληρώνουμε / να εκπληρώσουμε | να εκπληρώνετε / να εκπληρώσετε | να εκπληρώνουν / να εκπληρώνουνε / να εκπληρώσουν / να εκπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | εκπλήρωνε / εκπλήρωσε | — | — | εκπληρώνετε / εκπληρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπληρώθηκαεκπληρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →