εκποιούμαι
•
- με ξεπουλάνε, με πουλάνε όσο-όσο σε εκποίηση (για εμπορεύματα) αλλά "ποιητική αδεία" και για έμψυχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος εκποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκποιούμαι | εκποιείσαι | εκποιείται | εκποιούμαστε | εκποιείστε | εκποιούνται |
| Παρατατικός | εκποιούμουν | εκποιούσουν | εκποιούνταν | εκποιούμασταν / εκποιούμαστε | εκποιούσασταν / εκποιούσαστε | εκποιούνταν |
| Αόριστος | εκποιήθηκα | εκποιήθηκες | εκποιήθηκε | εκποιηθήκαμε | εκποιηθήκατε | εκποιήθηκαν / εκποιηθήκαν / εκποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκποιηθώ / θα εκποιούμαι | θα εκποιείσαι / θα εκποιηθείς | θα εκποιείται / θα εκποιηθεί | θα εκποιηθούμε / θα εκποιούμαστε | θα εκποιείστε / θα εκποιηθείτε | θα εκποιηθούν / θα εκποιηθούνε / θα εκποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω εκποιηθεί | έχεις εκποιηθεί | έχει εκποιηθεί | έχουμε εκποιηθεί | έχετε εκποιηθεί | έχουν εκποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκποιηθεί | είχες εκποιηθεί | είχε εκποιηθεί | είχαμε εκποιηθεί | είχατε εκποιηθεί | είχαν εκποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω εκποιηθεί / να εκποιηθώ / να εκποιούμαι | να έχεις εκποιηθεί / να εκποιείσαι / να εκποιηθείς | να έχει εκποιηθεί / να εκποιείται / να εκποιηθεί | να έχουμε εκποιηθεί / να εκποιηθούμε / να εκποιούμαστε | να έχετε εκποιηθεί / να εκποιείστε / να εκποιηθείτε | να έχουν εκποιηθεί / να εκποιηθούν / να εκποιηθούνε / να εκποιούνται |
| Προστακτική | — | εκποιήσου | — | — | εκποιείστε / εκποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →