Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπορθητής

/ek.poɾ.θiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοαυτός που εκπόρθησε, κυρίευσε οχυρωμένο τόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκπορθητής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκπορθητής. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + πορθητής. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + πορθη- + -τής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκπορθητήςεκπορθητές
Γενικήεκπορθητήεκπορθητών
Αιτιατικήεκπορθητήεκπορθητές
Κλητικήεκπορθητήεκπορθητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →