εκπορθητής
•
- λόγιοαυτός που εκπόρθησε, κυρίευσε οχυρωμένο τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπορθητής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκπορθητής. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + πορθητής. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + πορθη- + -τής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπορθητής | εκπορθητές |
| Γενική | εκπορθητή | εκπορθητών |
| Αιτιατική | εκπορθητή | εκπορθητές |
| Κλητική | εκπορθητή | εκπορθητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →