εκπροσωπεύω
•
- εκπροσωπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπροσωπεύω < εκπρόσωπος + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπροσωπεύω | εκπροσωπεύεις | εκπροσωπεύει | εκπροσωπεύουμε | εκπροσωπεύετε | εκπροσωπεύουν / εκπροσωπεύουνε |
| Παρατατικός | εκπροσώπευα | εκπροσώπευες | εκπροσώπευε | εκπροσωπεύαμε | εκπροσωπεύατε | εκπροσωπεύαν / εκπροσωπεύανε / εκπροσώπευαν |
| Αόριστος | εκπροσώπευσα | εκπροσώπευσες | εκπροσώπευσε | εκπροσωπεύσαμε | εκπροσωπεύσατε | εκπροσωπεύσαν / εκπροσωπεύσανε / εκπροσώπευσαν |
| Μέλλοντας | θα εκπροσωπεύσω / θα εκπροσωπεύω | θα εκπροσωπεύεις / θα εκπροσωπεύσεις | θα εκπροσωπεύει / θα εκπροσωπεύσει | θα εκπροσωπεύουμε / θα εκπροσωπεύσουμε | θα εκπροσωπεύετε / θα εκπροσωπεύσετε | θα εκπροσωπεύουν / θα εκπροσωπεύουνε / θα εκπροσωπεύσουν / θα εκπροσωπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπροσωπεύσει | έχεις εκπροσωπεύσει | έχει εκπροσωπεύσει | έχουμε εκπροσωπεύσει | έχετε εκπροσωπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπροσωπεύσει | είχες εκπροσωπεύσει | είχε εκπροσωπεύσει | είχαμε εκπροσωπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύσω / να εκπροσωπεύω | να έχεις εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύεις / να εκπροσωπεύσεις | να έχει εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύει / να εκπροσωπεύσει | να έχουμε εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύουμε / να εκπροσωπεύσουμε | να έχετε εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύετε / να εκπροσωπεύσετε | να εκπροσωπεύουν / να εκπροσωπεύουνε / να εκπροσωπεύσουν / να εκπροσωπεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκπροσώπευε / εκπροσώπευσε | — | — | εκπροσωπεύετε / εκπροσωπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →