Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπροσωπεύω

ρήμα
•
  1. εκπροσωπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκπροσωπεύω < εκπρόσωπος + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκπροσωπεύωεκπροσωπεύειςεκπροσωπεύειεκπροσωπεύουμεεκπροσωπεύετεεκπροσωπεύουν / εκπροσωπεύουνε
Παρατατικόςεκπροσώπευαεκπροσώπευεςεκπροσώπευεεκπροσωπεύαμεεκπροσωπεύατεεκπροσωπεύαν / εκπροσωπεύανε / εκπροσώπευαν
Αόριστοςεκπροσώπευσαεκπροσώπευσεςεκπροσώπευσεεκπροσωπεύσαμεεκπροσωπεύσατεεκπροσωπεύσαν / εκπροσωπεύσανε / εκπροσώπευσαν
Μέλλονταςθα εκπροσωπεύσω / θα εκπροσωπεύωθα εκπροσωπεύεις / θα εκπροσωπεύσειςθα εκπροσωπεύει / θα εκπροσωπεύσειθα εκπροσωπεύουμε / θα εκπροσωπεύσουμεθα εκπροσωπεύετε / θα εκπροσωπεύσετεθα εκπροσωπεύουν / θα εκπροσωπεύουνε / θα εκπροσωπεύσουν / θα εκπροσωπεύσουνε
Παρακείμενοςέχω εκπροσωπεύσειέχεις εκπροσωπεύσειέχει εκπροσωπεύσειέχουμε εκπροσωπεύσειέχετε εκπροσωπεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκπροσωπεύσειείχες εκπροσωπεύσειείχε εκπροσωπεύσειείχαμε εκπροσωπεύσει——
Υποτακτικήνα έχω εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύσω / να εκπροσωπεύωνα έχεις εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύεις / να εκπροσωπεύσειςνα έχει εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύει / να εκπροσωπεύσεινα έχουμε εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύουμε / να εκπροσωπεύσουμενα έχετε εκπροσωπεύσει / να εκπροσωπεύετε / να εκπροσωπεύσετενα εκπροσωπεύουν / να εκπροσωπεύουνε / να εκπροσωπεύσουν / να εκπροσωπεύσουνε
Προστακτική—εκπροσώπευε / εκπροσώπευσε——εκπροσωπεύετε / εκπροσωπεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →