εκπυρσοκροτώ
•
- προκαλώ ανάφλεξη παράγοντας θόρυβο Βικιλεξικό
- την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/atyxima-me-ekpyrsokrotisi-oplou-sto-nosokomeio-xanion-diaperase-gypsosanida-i-sfaira)
Ετυμολογία
εκπυρσοκροτώ < εκ- + πυρσός + -ο- + κροτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπυρσοκροτώ | εκπυρσοκροτείς | εκπυρσοκροτεί | εκπυρσοκροτούμε | εκπυρσοκροτείτε | εκπυρσοκροτούν / εκπυρσοκροτούνε |
| Παρατατικός | εκπυρσοκροτούσα | εκπυρσοκροτούσες | εκπυρσοκροτούσε | εκπυρσοκροτούσαμε | εκπυρσοκροτούσατε | εκπυρσοκροτούσαν / εκπυρσοκροτούσανε |
| Αόριστος | εκπυρσοκρότησα | εκπυρσοκρότησες | εκπυρσοκρότησε | εκπυρσοκροτήσαμε | εκπυρσοκροτήσατε | εκπυρσοκροτήσαν / εκπυρσοκροτήσανε / εκπυρσοκρότησαν |
| Μέλλοντας | θα εκπυρσοκροτήσω / θα εκπυρσοκροτώ | θα εκπυρσοκροτήσεις / θα εκπυρσοκροτείς | θα εκπυρσοκροτήσει / θα εκπυρσοκροτεί | θα εκπυρσοκροτήσουμε / θα εκπυρσοκροτούμε | θα εκπυρσοκροτήσετε / θα εκπυρσοκροτείτε | θα εκπυρσοκροτήσουν / θα εκπυρσοκροτήσουνε / θα εκπυρσοκροτούν / θα εκπυρσοκροτούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπυρσοκροτήσει | έχεις εκπυρσοκροτήσει | έχει εκπυρσοκροτήσει | έχουμε εκπυρσοκροτήσει | έχετε εκπυρσοκροτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπυρσοκροτήσει | είχες εκπυρσοκροτήσει | είχε εκπυρσοκροτήσει | είχαμε εκπυρσοκροτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτήσω / να εκπυρσοκροτώ | να έχεις εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτήσεις / να εκπυρσοκροτείς | να έχει εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτεί | να έχουμε εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτήσουμε / να εκπυρσοκροτούμε | να έχετε εκπυρσοκροτήσει / να εκπυρσοκροτήσετε / να εκπυρσοκροτείτε | να εκπυρσοκροτήσουν / να εκπυρσοκροτήσουνε / να εκπυρσοκροτούν / να εκπυρσοκροτούνε |
| Προστακτική | — | εκπυρσοκρότει / εκπυρσοκρότησε | — | — | εκπυρσοκροτήστε / εκπυρσοκροτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →