Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπόνημα

/ekˈpo.ni.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτο αποτέλεσμα του εκπονώ Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο ΙΚΑ, εκφράζεται η βεβαιότητα «ότι δεν υπάρχει περίπτωση υλοποίησης του μεγαλόσχημου εκπονήματος από 1/1/2017».
    • Το παρόν εκπόνημα αποτελεί εγχείρημα διερεύνησης της διαδικασίας των εξαγορών και συγχωνεύσεων στο πλαίσιο των αποτελεσματικών αγορών στον τραπεζικό κλάδο.

Ετυμολογία

εκπόνημα < εκπονώ + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκπόνημαεκπονήματα
Γενικήεκπονήματοςεκπονημάτων
Αιτιατικήεκπόνημαεκπονήματα
Κλητικήεκπόνημαεκπονήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →