Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκρίζωση

/ekˈɾi.zo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκριζώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκρίζωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκρίζωσις + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + ρίζ(α) + -ωση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκρίζωσηεκριζώσεις
Γενικήεκρίζωσηςεκριζώσεων
Αιτιατικήεκρίζωσηεκριζώσεις
Κλητικήεκρίζωσηεκριζώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →